Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cretan dialect. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cretan dialect. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η εισήγηση του Κρητικού βοσκού Μανούσου στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Σύντεκνοι και συντέκνισσες,

Άφηκα τα οζά στ αόρι*, για να ρθω επαέ* να σα σε πω δυο κουβέντες και να τσ ακούσετε με προσοχή.

Θαρρώ, πως δε καταλαβαίνετε πως ούλοι οι Έλληνες δεν είναι σα κι αυτούς που ρχονται κάθε τρεις και λίγο επαέ και τους κουνείτε τα δαχτύλια, να φοβηθούνε, κι ούτε έχουμε ούλοι οι Έλληνες τον καφά* του Βενιζέλου να μας εσβερκώνετε*, όποτε σας γουστάρει και να μας ελαλείτε σα τα πρόβατα.

Κατέχομε το, πως οι κυβερνήτες μας ήτονε μπήτι* άχρηστοι κι αχαϊρευτοι και μας επαίζανε σαν τα μαϊμούνια 30 χρόνια τώρα. Κατέχομε το πώς δεν κατέχανε να μοιράσουνε δυο γαϊδάρω άχερα, κι αν τα μοιράζανε τα παίρνανε ούλα για την αφεντιά τως. Κατέχομε το πώς φταίμε κι εμείς απού τσι ψηφίζαμε τοσανά χρόνια, μα ίντα θέτε δα από πα και πέρα; Αυτά θα τα ξεκαθαρίσομε εμείς λίαν συντόμως, είναι δικοί μας λογαριασμοί.

Από τ αόρι μαθαίνω πως μόνη σας έγνοια είναι να πάρετε τα χαρθιά που σα σε χρωστούμε. Μα σεις μωρέ θέτε πια πολλά από κείνανά που μας εδώκετε. Και θαρρώ πως δε θέτε μόνο χαρθιά. Θέτε κι άλλα που δε μπορείτε μαυροκακομοίρηδες να τα πάρετε χρόνια τώρα. Τον ήλιο μωρέ θέτε, και τη θάλασσα, και τον ουρανό μας, και τα πουλιά μας, και τσι βράχους μας και το φιλότιμο μας και το γέλιο μας και τσι χορούς μας και τσι μουσικές μας και τα φαγιά μας και τσι φωνές μας. Ζηλεύετε μωρέ παράωροι* τα οζά* μου, το μιτάτο μου, την ασκομαντούρα* μου. Εκεινονά είναι το πρόβλημα σας.

Ανεμαζώνεστε επαέ ούλοι οι σφουγγοκωλάριοι* και λέτε ούλες τσι παραωριές για τσι τράπεζες και τα ομόλογα και τα σκουπιδόχαρτα σας. Και θαρρείτε πως ετουτανά τα χαρθιά είναι η πλάση κι η πρόοδος σας. Μαύρα μεσάνυχτα έχετε ούλοι σας.

Κι ύστερα λέτε πως θα μας πετάξετε όξω από την Ευρώπη. Ίντα θαρρείτε μωρέ, πως είναι εκεινηνά η Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα; Πράμα δεν είναι. Και τ όνομα τζι, τσ αρχαίους έλληνες παραμυθάδες το χρωστεί. Ίντα θαρρείτε πως είναι η Ευρώπη; Οι αποικίες σας είναι απού ξεβγάλατε ούλους τσι λαούς για να τοσε παίρνετε τα χρυσάφια γή τα στρατόπεδα που ξεβγάνατε τς Οβραίους; Τον κακό σας το φλάρο… ο Παρθενώνας είναι μωρέ κι ούλα τα κλεψιμέικα* που χετε στα μουσεία σας και δείχνετε τα τσι Κινέζους. Εμείς μωρέ στα βουνά κλέφτομε τα πρόβατα να κάνομε σεϊρι* τς άλλους βοσκούς, μα δε κλέφτομε ιδέες και ιδανικά κι αξίες. Κι εμείς άμα στο χωριό ζορίζεται ένας πάμε ούλοι και προστρέχομε να τονε βοηθήσομε.

Επαέ μέσα που είστε και καλά γραμματιζούμενοι, δεν έχετε ακούσει για τον μεγάλο παραμυθά, τον Όμηρο, τσ Αισχύλους, τσι Περικλήδες, τσ Αριστοτέληδες, τσι Παλαιολόγους, τσι Μακρυγιάννηδες, τσι Παλαμάδες και τσι Θοδωράκηδες; Κατέχετε τσι ούλους, γιατί αυτοί μωρέ σας τα μάθανε τα γράμματα.

Κι οι κολόνες, μωρέ, τσι δρόμους σας κι αυτές από μας τσι πήρετε και τσι γλώσσες, μωρέ, που μιλείτε δικές μας είναι. Εγώ που δεν κατέχω γρι εγγλέζικα, σας ακούω από οψάργας* και τα μισά που λέτε ρωμέικα είναι και δεν το χαμπαριάζετε.

Από πού μωρέ θα μας σε βγάλετε; Από το σπίτι τω παππούδω σας; Να μας σε βγάλετε μωρέ, μα ν αλλάξετε όνομα και γλώσσα και να μη λέτε για δημοκρατία και φιλοσοφία. Και να βγάλετε μωρέ τσ Αφροδίτες και τσι Φειδίες απ τα μουσεία σας, να δείχνετε μωρέ τα Άουσβιτς και τσ αλυσίδες τω σκλάβων τσ Αφρικής.

Επαέ ήρθα να σα σε πω εκεινανά που οι Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* δε σας σε λένε, γιάντα τς Αμερικές και στα Λονδίνα δεν επαίξανε Κορνάρο, δεν εμάθανε για τσι Δροσουλίτες και δεν ακούσανε τσι μπαλωθιές του Κόρακα* και του Ξωπατέρα*. Σφουγγοκωλάριοι εσπουδάσανε να ανταλλάσσουνε χαρθιά και «κουρέματα». Ίσαμε εκεια πήγανε. Και δα εβρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Εγώ μωρέ, έχω τα ντουφέκια τω παππούδω μου που πολεμούσανε για τα «ΟΧΙ», αυτοί λένε την αλήθεια, όχι τα ινστιτούτα σας- που γέμισε ο κόσμος από τέτοια-, και οι λέσχες σας απού ναι πιο πολλές απ τα σχολεία πια στη χώρα μου, που λένε μόνο «ΝΑΙ».

Να ρθετε μωρέ ούλοι σας στο μιτάτο* να σα σε φιλέψω, να ρθετε να πιούμε τη ρακί, να σας σε χτυπήσει μιαολιά* αέρας κρητικός, γιατί μόνο έτσιδά θα ξεξινίσετε, γιατί ανέ δείτε τα μούτρα σας, είναι όλο κακομοιριά και παραωριά.

Και μάθετε καλά, πως χωρίς τσι μπεμβέδες τσι μερσεντέδες και τσ ανοστιές που μας εταΪζετε, Ελλάδα θα υπάρχει, χωρίς τσ Αφροδίτες μας έχετε μπατιρίσει ντελόγο* και κατέχετε το καλά όσο κι εγώ. Από δα και μπρος το λοιπό, μ εμένα θα κάμετε τη διαπραγμάτευση κι όχι με τα Γιωργάκια, τα Αντωνάκια και τσι Λουκάδες. Κι εγώ δεν είμαι ο «anonymous»,να φορώ τη μουστρουχίνα* στα μούτρα μου, να μαι σαν τη μασκάρα, είμαι ο Μανούσος, ο βοσκός απ τα βουνά τσι Κρήτης.

αόρι* βουνό

επαέ* εδώ

καφά* σβέρκος

εσβερκώνετε* χτυπώ στο κεφάλι, δίνω καρπαζιά.

Μπήτι* εντελώς

Επαίζανε* κοροϊδεύανε

παράωροι* ανόητοι

οζά* ζώα

σφουγγοκωλάριοι* καζαντζακική λέξη, γραφειοκράτες

ασκομαντούρα* μουσικό όργανο (παρόμοιο με τη σκωτζέζικη γκάιντα) που παίζουν βοσκοί της Κρήτης, κατασκευασμένο από δέρμα προβάτου.

οψάργας* χθες αργά

Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* Λ. Παπαδήμος, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαράς,αρχηγοί κομμάτων που κατάστρεψαν την Ελλάδα.

Κόρακα* Ξωπατέρα*. Ήρωες των κρητικών επαναστάσεων που θυσιάστηκαν για την ελευθερία. Ο Μ. Κόρακας, από την Πόμπια, πήρε μέρος σε πάρα πολλά κινήματα και επαναστάσεις μέσα κι έξω από την Κρήτη και θεωρείται ένας απ τους σημαντικότερους «τουρκοφάγους» των ελληνικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Ο Ξέπαπας, ή Ξωπατέρας υπερασπίστηκε με λίγους καλόγερους , απέναντι σε ολόκληρο στρατό, το μοναστήρι της Οδηγήτριας στη Μεσαρά, μέχρι να πέσει και ο τελευταίος απ τους πολιορκημένους

Κλεψιμέικα* κλοπιμαία

κάνομε σεϊρι* κοροϊδεύουμε

μιτάτο* πετρόχτιστο καταφύγιο των βοσκών στα ορεινά της Κρήτης

μιαολιά* λιγάκι

ντελόγο* αμέσως

μουστρουχίνα*μάσκα


(Εισήγηση του Κρητικού βοσκού Μανούσου στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θέμα: «Ευρώπη και ελληνική κρίση»)
(Από το Τόνοι και Πνεύματα)

https://www.armenoi.gr/images/pdf/2013d.pdf

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Τα πλουμιά απου ξωμπλιάζω (Κρητική διάλεκτος)

Από το βιβλίο "Ροζοναρίσματα", με κείμενα του Μιλτιάδη Βαρδάκη-Μαδαρίτη

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ένας χρόνος γίνεται εδά απού εβγήκε πρώτη βολά η γ' "ΑΛΗΘΕΙΑ". Χαρμόσυνο το συναπάντημα, και καλό σημάδι για το λαό.

Εβοηθήξανε, ως εμπόρουν οι χωριάτες κι' οι φτωχοί για να βγει παλληκάρι και να βγαίνει απού δα κι ομπρός δυο βολές την εβδομάδα. Κι ως πάνε τα πράγματα γρήγορες θα γενεί και καθημερνιάτικη.

Εμπεγιέτισε ο λαός την εφημερίδα του και εστερεψέτηνε στην μέσαν άκρα τση καρδιάς του.

Αφουγκραστήκανε οι φτωχοί το χτύπο τση καρδιάς τωνε από την εφημερίδα ευτήνη να -Ακούστηκε το δίκιο τωνε και μπάλες τση καταστροφής είτονε τα γραφτά τση, για τση παθούς του λαού και τση πατρίδος.

Ένα χρόνο ροζονάρω και εγώ από το καντόνι ετουτονέ τσ'"ΑΛΗΘΕΙΑΣ".

Μα για να πούμε και την αλήθεια έγραψα κάμποσα ροζοναρίσματα απούχανε λεζέτι μα τα πλια τωνε με διάλε το κουκί τ'αλάτσι.

Ας είναι καλά όμως οι αναγνώστες μου, ποτές τωνε δεν μου δείξανε μούρη μούρη κι ας με μοτσερ ε καθα βολά ο διευθυντής. Σαν η γ'ώρα το καλεί επειδής τόχω βάρος, θα ξεκαθαριστώ ως καθαρίζεται κιαείς ομπρός στα κονίσματα όντε τονε μπλέξουνε άδικα για κλεψιά γ ή φονικό. Κι ω, το κατέει πάσα γ εις το κόμμα πούμε γραμένος, κόνισμα λογαριάζει το λαός.

Εφωνιάξανέ με κι εμένα, και είπα μου να γράψω. Είπα τωνε κι εγώ:
-Καλά το κατέτε μωρέ κοπέλλια πως είμαι σανικίς αγράμματος; Ίντα γυρεύετε το λοιπός από μένα ετσά δουλειά;
Κατέμετο γερο Μαδαρίτη, μα ξοργούτου θέλομε τον απατό σου για να γροικάται απού την εφημερίδα μας κι η γλώσσα που μιλούσαν οι παλιοί μας και που μιλιέται ακόμης στση ψηλάδες.
-Ε! σαν ει τζα να σας σε γράψω, των είπα
Ομπανέ τώπα τση γρες μου. Μπεσπειλί κι είπα πως θα με καταλήσει.

-Λόμπις εκουζουλάθηκες εδά στα γεραθιά σου; μου λέει. Δε θωρείς το χάλι μας; Δεν ξανοίγεις το παντέρημό σου; Ντα ως οψές, μας είχε στη μπούκα του τουφεκιού ο νωματάρχης. Να κάτεχες μπάρε μου μια αράδα γράμματα, καϋμός δεν είτονε. Εξέχασες μωρέ ανατζούμπαλε, στην άλλης απού δεν είχε ψάλτη ο παπάς είπε σου να τον αϊδάρης, τα χάχαρα που κάμανε οι χωριανοί, απού διάβαζες σαν το μιτσό κοπέλλι όντε πρωτοπάει στο σκολείο; Κι'ίντα, τα λουτουργοχάρθια απούναι τα γράμματά τωνε σαν τα πετροκάρυδα. Και θέλεις μωρέ να γενείς κι' εφημεριδογράφος; Δεν τόνιωσες, μωρέ λάλαρη πως σε πήρανε στο μασκαραλίκι; Εγώ μάτοι, ε; δεν θαν' έχω μπλιό μούρη να πορίσω. Πολλά το φοβούμαι μπιλέ μου, πως στην υστεριά θα μασε βγάλουμε και ρίμες. Οϊ τάξε μου κι ανέ προβάλουνε όθεν το χωριό μας ετουτηνά που σ'απανοβάλανε, σκλάβα στη Μπαρμπαριά να με πουλήσουνε κιαδέ τση σφίξω με τση τσουρδάλες.

Δεν τση συνορίστηκα άφηκά τωνε και βαταλάλιε ως τη βαθέ νύχτα.
Σκοτεινά, σκοτεινά που έγκαψαγια το χειμαδιό, έβαλα στο σακκούλι μου χαρτί και μολυβδοκόντυλο που μούχανε δοσμένο.

Κι ως οι γ'αίγες είτονε γεννημένες κι' κι είχαν τα ρίφια τωνε στα σπηλιάρια δεν εμεταξεσέρνανε απού το χειμαδιό, για να μπούνε σε ζημιά. Έβαλα το λοιπός κι εγώ μια σιαδερή πλακούρα στα γόνατά μου κι έγραψα το πρώτο μου ροζονάρισμα.

Ως τωπα και παραπάνω δεν εχω παράπονο με τσ' αναγνώστες μου. Καϊρέτι μου δίνανε μπιλέ μου. Περί του απού τη χώρα και την Αθήνα άνθρωποι π'αγαπούνε το λαός και τη γλώσσαν του. Κι εμηνούσανέ μου: Άντε γέρο Μαδαρίτη, κι α δε κάνουν οι μ'ασφεντηλιές μεσοδάκια, κάνουν μπάρεμου* πλουμιά.

Ετσά μιας λοής πλουμιά ξωμπλιάζω κι εγώ στην Αλήθεια. Θωρώ το πως δεν το πιδεξεύομαι, μ'απατοί σας θα κρίνετε αν ειν' καλιά να ξανοίξω το παντερημο μου απου πε κι η γρα μου.

------------------------------
*Το μπάρεμου (=τουλάχιστον) στο κείμενο ήταν γραμμένο ως δυο λέξεις ("μπάρε μου")

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Στα Κρητικά τα χώματα Σαρακηνοί κουρσάροι (Κρητική διάλεκτος)

Κρητικό ποιημα όπως βρέθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ΠΑΤΡΙΣ. Σε περίπτωση που το αναφερόμενο e-mail ανήκει σε εκείνον που απλά ανέλαβε το γλωσσάρι και όχι στον συγγραφέα, κάθε πληροφορία για τον τελευταίο θα ήταν χρήσιμη.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δ΄. Ο Νικηφόρος ο Φωκάς λευτερωτής τση Κρήτης

Τη γ-Κρήτη ΄Αραβες πατούν εδά κι ένα αιώνα
κι είντα πως το Βυζάντιο αρχίνηξε αγώνα.
Πολλές βολές απόφαση για να τσι διώξει παίρνει
μ’ όνειρα πάει στο νησί και μ’ όνειρα γιαγέρνει.
Πολλές βολές εξάμωσε το μπέτη των Αράβω
να μη γροικά γα το νησί πως είν’ακόμη σκλάβο.
Ώσαμ’ εδά κιαμιά βολά δε γέλασε η νίκη
στο ν-τράφο τζη δε χτίσανε μούδε μικιό χαλίκι.
Καλά καλός θα ’ναι κειοσάς που από ’δά και πέρα
θα πει να ξανασκώσουνε στσ’ Αραβοκρήτες χέρα.
Του Βυζαντίου ο ντουχιουλμές τση Κρήτης τ’ απορπίζει
μα και σε χέρια αραβικά να ’ναι δε γιακιστίζει.
Αποκοθιά βυζαντινή βάνει ομπρός το μπέτη
μπας και στη γ-Κρήτη λευτεριάς να κάμει το ραέτι.
Στο θρόνο το βυζαντινό ακάτεχο κοπέλι
ο Ρωμανός ο δεύτερος(Β΄) άδειο βαστά σκουτέλι.
Τ’ όνομα τ’ αυτοκράτορα ο Ρωμανός δα πάρει
μα ο «παρακοιμώμενος» ο Βρίγγας κουμαντάρει.
Ο Βρίγγας νιας επίθεσης το σκέδιο λογιάζει
και ποιος θα ν-είν’ ο αρχηγός ο Ιωσήφ ξομπλιάζει.
Συμβούλιο εγίνηκε μεγάλο στο παλάτι
κι ο Βρίγγας τση επίθεσης ανοίγει το μ-περάτη.
Οι γι-άλλοι συβουλάτορες δε συφωνούνε ντίπι
κι όλοι ντως λένε μόβουλα: «είναι καλιά να λείπει».
Οι γι-άλλοι συβουλάτορες μιλούνε για τα λάθη
και για τσι περαζούμενες κακαποδιές και πάθη.
Βαφτίζου ντην επίθεση πως είναι κουτουράδα
κι ολπίδα δε τζη δίδουνε μούδε μια χαραμάδα.
Ετοτεσάς η γι-εμιλιά του Βρίγγα στο παλάτι
στσι γνώμες στα’ άργοσάλευτες δα βάλει αντιπάτι.
Φρόνεψη κάθα λόγος του άφτει φωθιές στο μπέτη
δε νταγιαντού τα πάθητα τση Κρήτης καερέτι.
Κι ετσά του Βρίγγα η βουλή δα πάρει τα πρωτεία
στη γ-Κρήτη το Βυζάντιο να κάμει εκστρατεία.
Του Βρίγγα πάλι η βουλή κι η γι-αρμηνειά ξαμάρι
το Νικηφόρο το Φωκά δα βάλουνε μπροστάρη.
Δομέστικος τσ’ Ανατολής είναι ο Νικηφόρος
και του στρατού ντου άριστος, γερός κουμανταδόρος.
Ντελόγο ανεμπουκώνεται να κάμει το κολάι
ν’ανεμαζώξει το στρατό στη γ-Κρήτη για να πάει.
Στω γ-καραβιώ τη δύναμη εκειά ’χει πλήσα θάρρη
στη γ-Κρήτη και στσι ΄Αραβες να βγάλει το ζαράρι.
Χελάνδια και δρόμωνες η θάλασσα γεμώνει
να ’χει εκειά τα θάρρη ντου τση νίκης να ξαμώνει.
Οι μπένες οι βυζαντινές γράφουνε τρεις χιλιάδες
λένε μια ν-εφτακοσαρά οι ΄Αραβες γραφιάδες.
Εί’ γ-κι άλλες μπένες που μετρού και ξερωτούνε είντα
και λένε για τα πλοία ντου διακόσα και πενήντα.
Κι άντρες απού τα διάπαντα του Βυζαντίου φέρνει
να τσι ’χει, να ’ν’ αρίφνητοι στσ’ ΄Αραβες να μουντέρνει.
Και Σλάβοι και Αρμένιοι και Ρώσοι κι άλλοι ξένοι
με το βυζαντινό στρατό γερά ο Φωκάς συμπαίνει.
Λαός, ευκές,κονίσματα,σημαίες,μπαϊράκια
στσι δρόμους τσι πολίτικους βγαίνουν και στα σοκάκια.
Και ο λαός και οι ευκές στένουνε πανεγύρι
ο Νικηφόρος ο Φωκάς με νίκη να γιαγύρει.
Απήτιμος ξετέλεψε με την ετοιμασία
φεύγει από τα Φύγελα,’πό τη Μικρά Ασία.
Ορθάνοιχτη τση θάλασσας του Αιγαίου η αγκάλη
ωστοσονά πολύ στρατό να ’ποδεχτεί,να βάλει.
Εννιακόσα εξήντα η χρονιά αρχές μήνα Πρωτόλη
τάξε πως απ’ τα Φύγελα μισεύγει νυφοστόλι. (960 μ.Χ.)
Πρίχου σιμώσει ο Φωκάς τση Κρήτης γυρογιάλι
με μπιστικούς του παραμπρός «αμάτι» εκειά δα βάλει.
Μάθια κι αφθιά δα στέσουνε χωρίς να τσι θωρούνε
και ό,τι δου ντα μάθια ντως στο στρατηγό δα πούνε.
Στο γυρογιάλι τ’ Αλμυρού ωσά ντο ν-αμανίτη
το Νικηφόρο είδανε οι ΄Αραβες στη γ-Κρήτη.
Στο γυρογιάλι τ’ Αλμυρού ο Νικηφόρος φτάνει
και στρατοπέδου αρχινά στέλιωμα μάνι-μάνι.
Οι ΄Αραβες ξεσταίνουνται με του Φωκά τη φούργια
σάικα δεν ανήμεναν επίθεση καινούργια.
Στόλο δεν ανημένανε βυζαντινό γιαλίτη
κι ο Νικηφόρος πάτησε το μ-πόδα ντου στη γ-Κρήτη.
Πολιορκία αρχινά,τσ’ ΄Αραβες τσι μαντρίζει
κι α ν-τύχει να ’ρθει συντρομή τση θάλασσας μποδίζει.
Μαχίζει τσι Σαρακηνούς,πληθιαίνει τσι φοβέρες
μα νίκης ξετελέματα δε φέρνουνε οι μέρες.
Αραβική απομονή κι ο Χάντακας να στέκει
κι ο Νικηφόρος δε μπορεί να στέσει νίκης ζεύκι.
Απομονή και ο Φωκάς κάνει και καερέτι
και όλη όλη μια βολά πετρά ’φαε στο μπέτη.
Το στρατηγό το μ-Παστιλά πέμπει το Νικηφόρο
πομεσαθιό ’πό το νησί ν’ ανοίξει πράμα πόρο.
Ψυχανεμίζουντ’ οι οχτροί στση νύχτας το σκοτίδι
και το βυζαντινό στρατό δα κόψει το λεμπίδι.
Οι μέρες προπατούν ετσά και πλέκουν κι άλλο μήνα
βαρύς χειμώνας κόπιασε και σφίγγει και η πείνα.
Του Νικηφόρου τα αφθιά γροικήσανε ετότες
τραβάγια,να γιαγύρουνε θένε οι στρατιώτες.
Άφτει ο λόγος του Φωκά μες στσι καρδιές καμίνι
κι όλους τσι στρατιώτες του θα τσι καταπραΰνει.
΄Ερχεται σκιας κι η φρόνεψη του Βρίγγα και κλουθά του
πλήσες θροφές και μονετσά πέμπει του στρατεμάτου.
Επέρασ’ η χειμωνική κι εμίσεψ’ η αφούρα
η άνοιξη πολεμική φέρνει πάλι βαβούρα.
Τσ’ άνοιξης αναλώματα ο Φωκάς τα ξεκορφίζει
το σκέδιο τσ’ επίθεσης τσ’ Άραβες ξετρουμίζει.
Η μάνητα πολλώ χρονώ του Βυζαντίου ταίρι
και η φωθιά τσ’ επίθεσης είναι το παραχέρι.
Σαν τα θεριά μουντέρνουνε και αρχινά η πάλη
και η επίθεση κλουθά η μια πίσω στην άλλη.
Στερνή επίθεση ο Φωκάς καλά τηνέ σταφνίζει
και το τειχιό του Χάντακα ετοτεσάς γκρεμίζει.
Χύνουνται οι Βυζαντινοί κι αράσσουνε αντάμα
αιώνα τ’ ανημένανε ετουτονά το θάμα.
Μαχώνου τζι Σαρακηνούς,εδά τωσέ παντίδει
αράσσουνε και αρχινά το κατακαυκαλίδι.
Εβρήκανε τη σφαγαρά μπάρεμου τω γ-κουρσάρω
ενα να μην αφήσουνε ξετρέχουν άρον-άρο.
Όσο μπορούν οι ΄Αραβες βάνουνε αντιπάτι
μήμπας και τω Βυζαντινώ σφαλίξου ντο μ-περάτη.
Άφτει εδά η όργητα ωσά ντ’ ανελαμπίδι
και πέφτει πάνω στσ’ ΄Αραβες βυζαντινό λεμπίδι.
Τση νίκης τση βυζαντινής γροικάται το χαμπέρι
ένα λεφτό δε στένεται να σφάζει το μαχαίρι.
Η μάνητα πολλώ χρονώ κεντά το στρατιώτη
κι ετσά το αίμα τση σφαγής ανοίγει καταπότη.
Για να στομώσει ο Φωκάς τση φούργιας τα μαχαίρια
διατάσσει αλάργο να συρθούν σα δουν ψηλά τα χέρια.
Εφτά του Μάρτη ,ταχινή, μεράστρι λαμπυρίζει
τη νίκη τη βυζαντινή τηνέ καλημερίζει.
Τση νίκης οι Βυζαντινοί βάνουν γερό θεμέλιο
και ξαναθεί τση λευτεριάς πάλι το χαμογέλιο.
Συνεχίζεται….

ΓΛΩΣΣΑΡΙ*
ακάτεχος=άπειρος,ανώριμος
(ο)αμανίτης=το μανιτάρι (ξεφύτρωσε σαν τον αμανίτη=εμφανίστηκε ξαφνικά χωρίς να αναμένεται) αναλώματα= ξεσηκωμοί,επαναστάσεις,αναστατώσεις
(το)ανελαμπίδι=το προσάναμμα
ανεμαζώνω=συγκεντρώνω
ανεμπουκώνομαι= ανασηκώνω τα μανίκια για να αρχίσω κάποια εργασία,προετοιμάζομαι (το)αντιπάτι=η αντίσταση που προβάλλεται πατώντας σταθερά στο έδαφος το ένα πόδι απήτιμος=αφού
(η)απομονή=η υπομονή
αργοσάλευτος=βραδυκίνητος
(η)αποκοθιά= η τόλμη
απορπίζω=απελπίζω
αράσσω=ορμώ,αρχίζω επίθεση
αρίφνητος=αναρίθμητος,αμέτρητος
(η)αρμινειά=η συμβουλή,η υπόδειξη
(η)αφούρα=η πυκνή ομίχλη άφτει=ανάβει
 (η)βολά=φορά
 (η)βουλή=η γνώμη
γεμώνω=γεμίζω πλήρως
γερά=δυνατά
γιαγέρνω=επιστρέφω
γιακιστίζει=ταιριάζει
γιαλίτης= παραθαλασσιος
 γροικήσανε=ακούσανε
(το)γυρογιάλι=η ακρογιαλιά
(τα)διάπαντα= παντού,απ’ όλα τα μέρη
 (οι)δρόμωνες=βυζαντινά μεταγωγικά πλοία
εδά=τώρα
ετότες=τότε
ζαράρι=αντίποινα
 (το)ζεύκι=η διασκέδαση,το ξεφάντωμα
(τα)θάρρη=το θάρρος,η εμπιστοσύνη
θένε=θέλουν
 (η)θροφή=η τροφή
 (το)καερέτι=η υπομονή
 (η)κακαποδιά=η αναποδιά,η κακοτυχία
 καλιά=καλύτερα
 (το)κατακαυκαλίδι=δυνατό χτύπημα στο κεφάλι
 (ο)καταπότης=το αυλάκι
καταπραΰνω=ησυχάζω,ηρεμώ
 κειοσάς=εκείνος
κεντώ(προφέρεται κεdώ)=καίγομαι,ανάβω
κιαμιά=καμιά κλουθώ=ακολουθώ
(το)κολάι=το κουμάντο
κόπιασε=ήρθε(οριστική),έλα(προστακτική)
λεμπίδι=σφαγή (βλ. λεπίδα μαχαιριού)
λογιάζω=υπολογίζω,σχεδιάζω
μάνι-μάνι= γρήγορα
(η)μάνητα=ο θυμός
μαντρίζω=κλείνω στη μάντρα,περιορίζω,αποκλείω
μαχίζω=επιτίθεμαι, απειλώ
μαχώνω=στριμώχνω
(το)μεράστρι=το άστρο της μέρας, ο αυγερινός
μήμπας=μήπως
μόβουλα=ομόφωνα
(τα)μονετσά=τα πολεμοφόδια
μούδε=ούτε
μουντέρνω=επιτίθεμαι
μπάρεμου=πράγματι**
μπας=μήπως
(ο)μπέτης=το στήθος
(ο)μπιστικός=ο έμπιστος
 (ο)μπροστάρης=ο επικεφαλής
νταγιαντώ=υπομένω
ντελόγο=αμέσως
 ντίπι=καθόλου
 (ο)ντουχιουλμές=η έμμονη ιδέα
(το)νυφοστόλι=το στόλισμα της νύφης
(το)ξαμάρι=το υπόδειγμα
 ξαμώνω=στοχεύω,σημαδεύω
ξαναθεί=ξανανθίζει
ξεκορφίζω=βγάζω(οδηγώ στην κορφή)
ξεσταίνομαι=εκπλήσσομαι
(τα)ξετελέματα=η ολοκλήρωση
 ξετρέχω=επιδιώκω
ξετρουμίζω=νιώθω φόβο και ταραχή
ξομπλιάζω=σχεδιάζω,μτφ επιβάλλω
(η)όργητα= η μεγάλη οργή
(τα)πάθητα=τα πάθη,οι συμφορές
παντίδει=ταιριάζει
παραμπρός= πιο μπροστα,νωρίτερα
 (το)παραχέρι=ο βοηθός
 περαζούμενος=ο περασμένος
 (ο)περάτης= ο σύρτης
 (η)πετρά=το πετροβόλημα
 πληθιαίνω=αυξάνωπροσθέτω
 πολίτικος=ο καταγόμενος από την Πόλη
πομεσαθιό=το εσωτερικό,τα ενδότερα
 (ο)πόρος=το άνοιγμα,η είσοδος
πρίχου=πριν
προπατώ=περπατώ
(ο)Πρωτόλης= ο Ιούνιος
(το)ραέτι=φιλοξενία,περιποίηση
σιμώνω=πλησιάζω
σκιας=τουλάχιστον
(το)σκοτίδι=το σκοτάδι
(το)σκουτέλι=μικρή πήλινη λεκανίτσα
σταφνίζω=εκτιμώ με ακρίβεια
(το)στέλιωμα=η οργάνωση,το στήσιμο
στένω πανεγύρι=οργανώνω και αρχίζω πανηγύρι
 (δε)στένεται=δε σταματά
στομώνω=χαλώ την κόψη του μαχαιριού και δεν κόβει
 (η)συντρομή=η βοήθεια
σύρνομαι(πίσω)=υποχωρώ
 (η)σφαγαρά=η σφαγίτις φλέβα,το ασθενές σημείο
σφαλίζω=κλείνω
τάξε=σαν να
(το)τειχιό=το τείχος
(η)τραβάγια=η φασαρία
 (ο)τράφος=η ξερολιθιά
 (η)φούργια=πιεστική βιασύνη
(η)φρόνεψη=η σωφροσύνη
(το)χαλίκι=πολύ μικρή πέτρα
(το)χαμπέρι=η είδηση,το νέο
(η)χειμωνική=η χειμωνιά
 (τα)χελάνδια=βυζαντινά πολεμικά πλοία
χύνομαι= επιτίθεμαι
ψυχανεμίζομαι=υποψιάζομαι
ώσαμε=ίσαμε, μέχρι
ωστοσανά=τόσα πολλά
E-mail:klagoudian@sch.gr



http://archive.patris.gr/articles/103169#.W8T_I3szaUk

-------------------------------------------------------------------------------------------

*Το γλωσσάρι παρατίθεται μετά πασης επιφυλάξεως.
**Συνήθως σημαίνει τουλάχιστον.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Ο Αστερίξ στα Κρητικά

Το παρακάτω έγγραφο βασίζεται σε εξωτερικό σύνδεσμο και δεν ανέβηκε από τον γράφοντα. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν εμφανίζεται επικοινωνήστε άμεσα με τον διαχειριστή.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------








Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Κι όντιμις (Κρητική διάλεκτος)

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το βιβλίο "Ροζοναρίσματα", μια συλλογή ιστοριών και κειμένων γραμμένων από τον Μιλτιάδη Βαρδάκη-Μαδαρίτη.

Γραμμένο σε βαριά, ορεινά Κρητικά, με λεξιλόγιο που χρησιμοποιείτο προ ενός και πλέον αιώνα και σε μεγάλο βαθμό έχει εκλείψει, το εν λόγω βιβλίο δίνει στον αναγνώστη να καταλάβει πόσο στρεβλή και εσφαλμένη είναι η εντύπωση πως η Κρητική διάλεκτος δεν είναι παρά μια χούφτα λέξεις και η χρήση του "τσι" αντί του "κι". Μια εντύπωση που κοντεύει να ανταποκριθεί στη πραγματικότητα, μιας και η χρήση της Κρητικής αφενός φθίνει, και αφετέρου οι ομιλητές της αφήνουν κατά μέρος το "βαρύ" λεξιλόγιο, προτιμώντας τη χρήση πιο συνηθισμένων νεοελληνικών λέξεων στη θέση του.

Αντιγράφω το κείμενο όπως είναι στο βιβλίο (το οποίο βέβαια χρήζει επανεκδόσεως μιας και δύσκολα βρίσκεται σήμερα), διατηρώντας ακόμα και τα τυπογραφικά λάθη. Έπεται η μετάφραση των όποιων Κρητικών λέξεων.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ετσά ψιμοκαλοκαιρο, ύστερες του τρυγητή ποθές είτονε. Εκοιτουμάστονε, το λοιπός, με το ραμεκλή το λάλο μου στο δώμα. Μα χαντάτε πως είτονε οψες; κι ας πενήντα χρόνοι είναι δα περασμένοι.

Επειδής επειράζαν και το τεσάς για καλό και για κακό είχαμε στερεμένο κάτω απού το προσκέφαλο, ένα κοντό μαλιχέρι. Ακόμης νταντουλιάζουνε στα μάθια μου τ'ασημωτά μπελεζίκια απού τονε πλουμισμένο.

Εκειά απού εκοιτουμάστονε, γροικούμε τη κουλουκιά και μάχιζε κιανένα, κι ευτός πάλι την εσυργούλευγε.

Ντελόγκως αρπά το ντουφέκι ο γέρος και πιάνει μυτιρίζι στον ανηφορά. Εγώ για μιας στιγμής εφοβήθηκα, γιατί εκάτεχα πως ο λάλος μου είχε να κάμη. Μα πάλι είπα πως θαν είναι πράμα κλέφτες και θα τση ντρακάρομε τση μπαλωτές για να το γλεντίσομε. Φωνιάζει ο γέρος:
-Πιοι είστε μωρέ; Απακούειν του κιαείς.
-Εγώ 'μαι καπετά Μπατώ.
-Κι' ίντα λαγωνεύεις έτσα ώρα;
-Λ'ένα γράμμα σούφερα από τη χώρα.
-Να, πότσο, να, φωνιάζει ο γέρος τση κουλουκιάς, και απός του λέει: Σίμωσε
Κατεβαίνει απού το δώμα και παίρνει το γράμμα, άφτει ένα λύχνο και διαβάζει.

Με το διάβασμα, αγρίεψε η μούρη ντου, και γροικώ τονε να βλαστημά χαμηλά-χαμηλά. "Τουρκολάτρες-Γερμανοί-προδότες". Απής αποδιάβασε το γράμμα, τση ξυπνά ούλους και τση μετοχάρους και τση φαμέγιους. Μπέμπει τση στα γύρω χωριά, μπέμπει και μένα στο μοναστήρι να χτυπήσω τη καμπάνα. Εγλάκουνα κ'εγώ, μα πλιά απού το φόβο μου, γιατί εκειά είτονα και το κοιμητήρι. Ως έφταξα εκρεμάστηκα στο σκοινί και εχερίκωσα νταν-νταν-ταν για να ξεσμηλωθεί ούλος ο λαγκός.

-Μα να σασε πω την αλήθεια, καθόλου δεν εγάϊρα τη μούρη μου όθεν τα μνήματα. Σαν εγάϊρα, θωρώ μονομερισμένο κόσμο, φασαρία, κιγιαμέτι και στρωμένες τάβλες με ρακί και καρύδια. Εμπενοβγαίνανε οι γ'αθρώποι, εσιγοκουβεδιάζανε, κι ο γ-εις τ'αλλούν τωνε έδουνε φυσέκια.

Μιας κοπανιάς θωρώ το γέρο λάλο μου στολισμένο με τα σαλβαριαν του και τ'ασημοτόν του μαχαίρι, επάνω σε ένα πεζούλι. Κι'εφώνιαζε:
-Μωρέ σιμώσετε απεέ. Σιμόνω και εγώ και γροικώ: "Το γράμμα ετουτονέ μούμπεψε ο Βενιζέλος. Ήρθε απού το Σαλονίκι με τον Κουντουργιώτη και το Δαγκλή, γι'απανάσταση. Ούλοι πρέπει να πάμε για να ξεμαγαρίσομε την πατρίδα μας απού τση Γερμανόφιλους και τση προδότες.
-Ναι, ναι, εφωνιάζανε -Ζήτω! Κάτω! μα δεν αναστορούμε ίντα άλλο ελέγανε.

Σε λιγάκι ξεκινούνε. Ομπρός, ομπρός είτονε το μπαϊράκι, οξαποπίσω ο λάλος μου καβαλάρης σ'ένα μαύρο μπεγίρι με πολλές κίτρινες και κόκκινες φούντες στο χαλινάρι και πίσω ούλοι οι γι'αλλοι, που ετραγουδούσανε και παίζαν και μπαλωτές.

Δεν είτονε παωμένοι εκατό μέτρα και θωρώ και κοντοσταθήκανε. Λέω, λόγο τωνε βγάνει πάλι ο λάλος μου και σφίγγω. Γροικώ, και τώνε λέει:
-Μην καίτε τα φυσέκια για θα μάσε χρειγιαστούνε. Κι'εκειά που πάμε θαν απούλες τσ'επαρχίες. Μη σάσε διώξει, ο Θεός κι' η μοίρα σας και ντρακάρετε τσ'ανεμοδουλειές: γ-η ανέ σας απαντήξει στη στράτα κιαμιά στείρα μην τη παραμερίσετε, για θα ξευτιλιστούμε. Ο σκοπός μας είναι ιερός.

Ανηφορίσανε, ουρανοκόψανε την παπούρα, κι'αποκολώσανε. Για ιερό σκοπό, για την πατρίδα.
Ε! καϋμέχαρε γέρω λάλο. Να κάτεχες, πόσες βολές κι ημείς αρματωθήκαμε και περάσαμε, φαράγγια και βουνά για τον ίδιο σκοπό τον εδικό σας.
Κι'όντιμις, και σήμερις ακόμης τσι πλια βολές μασε διαφεντεύγουνε οι Γερμανόφιλοι, οι Τουρκολάτρες κι' οι προδότες απού βλαστήμηξες, όντεν εδιάβασες το γράμμα του Βενιζέλου.


Μιλτιάδης Βαρδάκης-Μαδαρίτης


----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Και όντιμις = και όμως
Ποθές = κάπου
Εκοιτουμάστονε = κοιτούμασταν
ψιμοκαλόκαιρο = όψιμο καλοκαίρι*
Ραμεκλής = Συγχωρεμένος, μακαρίτης
Λάλος = Παππούς*
Χαντώ = Νομίζω, θεωρώ
Οψές = εχθές
Μαλιχέρι = τουφέκι (βλ. καραμπίνα Mahnlicher)
Νταντουλιάζω = Ταλαντώνομαι, κουνιέμαι / (εναλ. γίνομαι πλαδαρός*)
Γροικώ = ακούω
Κουλουκιά = Νεαρή σκύλα / (εναλ. φωλιά σκύλου*)
Συργουλεύγω/Σιργουλεύγω = Πείθω με λόγια* / (εναλ. καλοπιάνω*)
Μαχίζω = Γαβγίζω άγρια* / Επιτίθεμαι*
Ντελόγκως = αμέσως
Μυτιρίζι =
Απακούω  = Υπακούω / (εναλ. αποκρίνομαι*)
Κιαείς = Κανείς
Λαγωνεύω = Γυρεύω / Κυνηγώ
Άφτει = ανάβει
Απής = Αφού, αφότου, όταν
Μετοχάρους =
Εγλάκουνα = έτρεχα (βλ. αγλακώ = τρέχω)
Κιγιαμέτι = Μεγάλη ταραχή*
Αναστορούμαι = Θυμάμαι, ανακαλώ
Παπούρα =
Αποκολώνω/Αποκολεύγω = Απομακρύνομαι, χάνομαι / (εναλ. υποχωρώ*)
Όντεν = Όταν


*με επιφύλαξη